ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ: ERNEST HEMINGWAY

0-%ce%b8%ce%b8%ce%b8%ce%b8%ce%b8%ce%b8%ce%b8%ce%b8%ce%b8-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9

Τα πόδια μου βούρκωναν σε κάθε βήμα. Τόση βροχή που να τη σώσεις; Μέρες τώρα δε λέει να κόψει…

Οι ξυλόροδες βουλιάζουν στη λάσπη και όσο και να σπρώχνουν οι άνθρωποι, αποκαμωμένοι κι αυτοί, εκείνες βυθίζονται όλο και περισσότερο.

Η Ανδριανούπολη έχει μείνει πίσω, το ίδιο και η παλιά ζωή τούτων των νοματαίων. Ο ξένος δε λέει να κουραστεί, «σκυλί μαύρo», κολλημένος στο ανθρώπινο ποτάμι, πλέει μαζί του από την πρώτη μέρα. Τον έχω δει πολλές φορές, χτες με κέρασε τσιγάρο σέρτικο.

-Aπό πού είσαι τον ρώτησα

Kάτι είπε, δεν πολύ κατάλαβα, άλλη γλώσσα. Πετάχτηκε ο Στρατής από δίπλα:

-Αμερικάνος λέει ότι είναι, δημοσιογράφος…

– Kαι τι κάνει του λόγου του σ’ αυτό τον μαύρο τόπο;

Μιλούσε τα «ξένα » ο Στρατής, είχε δουλέψει στο «πέρασμα» κάμποσα χρόνια, στα Δαρδανέλια και πέντε ριμαδoκουβέντες ξένες τις κατείχε.

-Είναι λέει απεσταλμένος μιας Καναδέζικης εφημερίδας, που την λένε «Αστέρι του Τορόντο» (Toronto Star), να δει τα χαΐρια μας, να τα μάθει ο ντουνιάς πέρα από εμάς…

2-ernest-hemingway-quotes

21 Ιουλίου 1899.

Όουκ Πάρκ, Ιλλινόις. Ο γιατρός Κλάρενς Έντμουτ Χέμινγουέι και η σύζυγός του Γκρέις Χώλ είναι ευτυχείς.

Αγόρι…

Ο πρώτος γιος, το δεύτερο παιδί. Ο Ερνεστ Μίλερ Χεμινγουέι είχε γεννηθεί.

Όσο μεγάλωνε ο Ερνεστ, τόσο ιδιαίτερος γινόταν, εξαιρετικός μαθητής και  καλογυμνασμένος αθλητής με επιδόσεις στα ομαδικά αθλήματα αλλά και στο μποξ. Έγραφε σε λογοτεχνικά περιοδικά κυρίως του σχολείου του. Τελειώνοντας , όλοι περίμεναν πως θα πήγαινε κολέγιο. Αυτός όμως επιλεγεί μια άλλη ζωή. Εκείνη της περιπέτειας και της δράσης. Ξενύχτι, ένταση και φυσικά λέξεις. Η ζωή της δημοσιογραφίας. The Kansas City Star, πρώτη του εφημερίδα.

Πολλές δεκαετίες αργότερα έγραψε πως εκεί, έμαθε τους καλύτερους λογοτεχνικούς κανόνες, ακολουθώντας πιστά τα μυστικά της δημοσιογραφικής λιτότητας. Μικρές προτάσεις, σύντομοι παράγραφοι, ενεργητικά ρήματα, ειλικρίνεια, όχι προσπάθεια εντυπωσιασμού, πρόλογος, κυρίως θέμα, επίλογος και α! μη τους κάνεις να βαρεθούν στην αρχή!

Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αγάπησε με πάθος τις ταυρομαχίες, το κυνήγι, τα ταξίδια, και τις γυναίκες, εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής έκανε τέσσερις γάμους.

«Να γράφεις μεθυσμένος. Να διορθώνεις ξεμέθυστος», έλεγε συχνά.

Έτσι τώρα εδώ, σε αυτή την εσχατιά, να παρακολουθεί το δράμα των ανθρώπων. Άρρωστος από ελονοσία. Βαρύς τούτος ο Οχτώβρης του 1922.

«Το κυρίως σῶμα τῆς πομπῆς, που διασχίζει τον ποταμό Ἕβρο στην Ἀδριανούπολη, φτάνει τα τριάντα χιλιόμετρα. Τριάντα χιλιόμετρα με κάρα που τα σέρνουν βόδια, ταύροι και λασπωμένα βουβάλια, με ἐξουθενωμένους, κατάκοπους ἄνδρες, γυναῖκες και παιδια να περπατοῦν στα τυφλά…».

Οι ανταποκρίσεις του ἀναφέρονται κυρίως στη «στρατιωτική» εκκένωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως και τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης και στο χρονικό τοῦ ἑλληνικοῦ ξεριζωμοῦ. Το ρεπορτάζ, ἡ ψυχρή ἀποτύπωση ἑνός ἱστορικοῦ γεγονότος, ἐξελίσσεται σταδιακα σε ἀπόγνωση και κραυγή διαμαρτυρίας για τα δεινά τῶν μετακινούμενων πληθυσμῶν. Ὁ δημοσιογράφος, καταδεικνύει, μεταξύ ἄλλων, τα ὀλέθρια διπλωματικά και στρατιωτικά σφάλματα τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Στις 3 Νοεμβρίου τοῦ 1922 ἀπο το Μουρατλί σημειώνει τον τραγικό ἐπίλογο τῆς προδοσίας:

«Καθῶς γράφω, ὁ ἑλληνικός στρατός ξεκινάει την ἐκκένωση τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Οἱ στρατιῶτες παρελαύνουν σκυθρωπά… Ἐγκατέλειψαν τς καμουφλαρισμένες θέσεις τῶν πολυβόλων, τς ὁχυρωμένες κα γεμάτες συρματόπλεγμα κορυφογραμμές, ἐκεῖ ὅπου εἶχαν σχεδιάσει να δώσουν τν τελικ μάχη ἐναντίον τῶν Τούρκων. Αὐτό εἶναι το τέλος τῆς σπουδαίας ἑλληνικῆς στρατιωτικής περιπέτειας.

Ἀκόμα και στην ἐκκένωση, οἱ Ἕλληνες φαίνονται καλοί στρατιῶτες. Ἔχουν ἕναν ἀέρα θαρραλέας ἐπιμονῆς που θα σήμαινε δύσκολα ξεμπερδέματα για τον Τοῦρκο, ἂν ὁ στρατός τοῦ Κεμᾶλ ἔπρεπε να πολεμήσῃ για τη Θράκη, ἀντί αὐτη να τοῦ δοθῇ ὡς δῶρο στα Μουδανιά. Ὁ λοχαγός Οὐίταλ τοῦ ἰνδικοῦ ἱππικοῦ (…), μοῦ εἶπε την ἐκ τῶν ἔσω ἱστορία τῆς ἴντριγκας που ὁδήγησε στην κατάρρευση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στ Μικρά Ἀσία:

»Οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες ἦταν πολεμιστές πρώτης κατηγορίας. Εἶχαν καλούς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑπηρετήσει με τους Βρετανούς και τους Γάλλους στη Θεσσαλονίκη και ὑπερτερούσαν τοῦ κεμαλικοῦ στρατοῦ. Πιστεύω ὅτι θα καταλάμβαναν την Ἄγκυρα και θα ἔβαζαν τέλος στον πόλεμο, ἂν δεν εἶχαν προδοθεῖ. Ὅταν ο Κωνσταντῖνος ἀνέλαβε την ἐξουσία, ἔδιωξε ὅλους τους ἀξιωματικούς του στρατοῦ, ἀπο το πεδίο τῆς μάχης· ἀπο τον ἀρχιστράτηγο μέχρι τους διοικητές τῶν διμοιριῶν. Ἀντικαταστάθηκαν με νέους ἀξιωματικούς που ἦταν ὀπαδοι τοῦ Τῖνο, οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ὁποίων, εἶχαν περάσει τον πόλεμο στην Ἐλβετία ἢ την Γερμανία και δεν εἶχαν ἀκούσει οὔτε πυροβολισμό. Αὐτο προκάλεσε την πλήρη κατάρρευση τοῦ στρατοῦ και ἦταν το αἴτιο, τῆς ἑλληνικῆς ἦττας» ».

Τελειώνει με μια πρόταση που μόνο κάποιος με το λογοτεχνικό του ταλέντο θα μπορούσε να γράψει:

«Ὅλη μέρα περνάω ἀπο δίπλα τους· εἶναι βρώμικοι, κουρασμένοι, ἀξύριστοι, ἀνεμοδαρμένοι στρατιῶτες ποθ βαδίζουν στην καφετιά, ἄγονη θρακική ὕπαιθρο, χωρίς μπάντες, χωρίς ὀργανώσεις ἀρωγῆς· τίποτα, ἐκτός ἀπο ψεῖρες, βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια τη νύχτα. Εἶναι οἱ τελευταῖοι ἀπο τη δόξα που ἦταν κάποτε ἡ Ἑλλάδα. Αὐτό εἶναι το τέλος τῆς δεύτερής τους πολιορκίας, τῆς Τροῖας.» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).

Η ζωή κάνει παιχνίδια, γνωστό αυτό. Έτσι έκανε και με τον Χεμινγουέι. Το 1960, νοσηλεύθηκε στην κλινική Mayo λόγω της υψηλής του πίεσης, αλλά κυρίως λόγω της κατάθλιψης του. Εκεί υποβλήθηκε και σε θεραπείες με ηλεκτροσόκ . Σύμφωνα με τον βιογράφο του Jeffrey Meyers, δέχθηκε 11 έως 15 θεραπείες τέτοιου είδους, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν τον βοήθησαν αλλά αντιθέτως είχαν αρνητικά αποτελέσματα, προκαλώντας του απώλεια μνήμης και επιταχύνοντας πιθανά και τη μελλοντική του αυτοκτονία.

Στις 2 Ιουλίου του 1961, ο νομπελίστας συγγραφέας Έρνεστ Χέμινγουεϊ ξύπνησε στο κρεβάτι του. Δίπλα του κοιμόταν η σύζυγός του, Μαίρη και ο Χέμινγουεϊ σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε για να μην τη ξυπνήσει, κατέβηκε τις σκάλες και έφτασε στο υπόγειο, όπου φυλούσε τις καραμπίνες του.

Πήρε μία και ανέβηκε στο σαλόνι. Με αποφασιστική ηρεμία , τοποθέτησε την κάννη του όπλου στο στόμα του και πάτησε τη σκανδάλη.

 Στα μάτια μου ακόμα εκείνος, μπροστά στην Underwood (την αγαπημένη του γραφομηχανή ) και να γράφει δυο από τις τελευταίες προτάσεις από τις ανταποκρίσεις του από τούτη την γη:

«Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: «Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».

3-ct-ernest-hemingway-everybody-behaves-badly-ae-0619-20160616

https://www.youtube.com/watch?v=0UHwkfhwjsk&fbclid=IwAR3SclbvPUrx9nyslx4L4w3ZM8IZVeMRlwi94n7oIJGEkGJ8nmoLVMYjXoA

 

 

Tags από το άρθρο
Κείμενο / Φωτό
More from Σπύρος Τσακίρης

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΙ ΟΙ ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΗΔΕΣ…

Πως μου ήρθαν απόψε στο μυαλό οι καρβουνιάρηδες… Περίεργο πράγμα το μυαλό…...
Δείτε περισσότερα