ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ: ANNA AKHMATOVA

1

Ονομάζεσαι: Άννα Αντρέγιεβνα Γκόρενκο.

Γεννήθηκες, κάποτε, στο Μπολσόι Φοντάν.

Ήταν 23 του Ιούνη, στα 1889, κάποτε…

Έζησες και πέθανες.

Συνθήκες θανάτου, φυσικά αίτια.

Αιτία θανάτου, καρδιακή ανεπάρκεια.

Γλώσσα σου τα Ρωσικά και πριν και μετά.

«Το δωμάτιο έζεχνε από την υγρασία, την αλαζονεία και εκείνη τη θανατηφόρα οσμή, που μόνο το σαπισμένο σώμα μιας εξουσίας αποπνέει.

Λίγο πολύ, σαν τους θεούς εκείνους που όντας ανύπαρκτοι τελούν εν ζωή, μα απαραίτητοι ως έχουν, ξεκλειδώνουν παρακάλια και γεμίζει ο κόσμος προσευχές, μέρες που είναι».

 Πρώτος σύζυγος σου ο Νικολάι Γκουμιλιόφ.

Εχθρός του Λαού!

Μαζί του έκανες έναν γιό, τον Λέβ Γκουμιλιόφ.

Εχθρός του Λαού !

 «Πάρε ανάσες ανακριτή, έχεις πολλά να πεις ακόμα.

Το όνομά μου είναι Άννα.

Γυναίκα.

Ποιητής ορατών τε πάντων και αοράτων.

Το επώνυμό μου είναι Αχμάτοβα. Από την φυλή των Τατάρων. Από το αίμα της γιαγιάς μου.

Γεννήθηκα, ναι, στον χλωμό ήλιο του Μπολσόι Φοντάν, κοντά στην Οδησσό.

Γεννήθηκα , ναι, μα δεν πέθανα ποτέ…»

7

Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου’.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

«Η μούσα» (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου) 

Τα βιβλία σου έγιναν πολτός το 1925.

Ο Τρότσκι αποκήρυξε την συλλογή σου Αnno Domini.

Ο Ζντάνοφ σε απέπεμψε από την Ένωση Συγγραφέων λέγοντας: «Είναι μισή καλόγρια, μισή πόρνη, ή, πιο σωστά, καλόγρια και πόρνη. Μέσα της μπλέκονται ασέλγεια και προσευχή».

«Εκτελέσατε τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ, τον σύζυγό μου ως «εχθρού του λαού», κλείσατε τον γιο μου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον τρίτο μου σύζυγο μου τον είδα να καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα και να πεθαίνει στη φυλακή.

Ο γιος μου Λεβ Γκουμιλιόφ, έκανε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία.

Δε με συγχώρεσε ποτέ.

Είδα τους ποιητές και τα ανήσυχα πνεύματα της ζωής μου, να φυλακίζονται, να εξορίζονται, να εξαφανίζονται.

 Ο Οσίπ Μαντελστάμ, και ο Μπόρις Πίλνιακ εξαφανίζονται, ο Μαγιακόφσκι αυτοκτονεί, ο Μπουλγκάκοφ πεθαίνει».

Η πόλη χάθηκε. Στο τελευταίο σπίτι
ένα παράθυρο σαν ζωντανό κοιτούσε…
Τελείως άγνωστος είναι αυτός ο τόπος,
φωτιά μυρίζει, ο κάμπος είναι σκοτεινός.

Μα όταν το πέπλο ξαφνικά της καταιγίδας
στα δυο αβέβαιη το έσκισε η σελήνη
είδαμε στο βουνό και προς το δάσος
που ερχόταν ένας άνθρωπος κουτσός.

Ήταν παράξενο πώς πέρασε της τρόικας
τ’  άλογα -δυνατά, καλοθρεμμένα-,
στάθηκε λίγο και ξανάρχισε κουτσαίνοντας
να κουβαλάει το φορτίο του το βαρύ.

Σχεδόν που δεν μπορέσαμε να δούμε
πώς ξαφνικά φάνηκε δίπλα στην καλύβα.
Σαν άστρα έλαμπαν τα γαλανά του μάτια
φωτίζοντας την κουρασμένη του μορφή.

Έτεινα προς εκείνον το παιδί,
το χέρι σήκωσε ψηλά το ροζιασμένο
κι ευλόγησε με δυνατή φωνή:
«Να ζήσει ο γιος σου χίλια χρόνια ευτυχισμένος!»

«Και φαίνεται πως η φωνή του ανθρώπου…»(μτφ. Γιώργος Τσακνιάς)

Μεγάλωσες σε ένα περιβάλλον προνομιούχο και με κουλτούρα αριστοκρατική. Πέρασες τα μαθητικά σου χρόνια στο γυμνάσιο Τσάρσκογιε Σελό.

Αποφοίτησες από το λύκειο «Φουντουκλέγιεφ» στο Κίεβο, όπου σε  έστειλε η μητέρα σου μετά το χωρισμό της.

Κατόπιν φοίτησες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου. Στα νεανικά σου χρόνια διάβασες και επηρεάστηκες από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ιδιαίτερα από τους Σκανδιναβούς συγγραφείς.

Ενώ συνέχιζες ακόμη τις νομικές και φιλολογικές σπουδές σου παντρεύτηκες, τον Απρίλιο του 1910, τον φιλομοναρχικό ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ και έγινες μέλος στη λογοτεχνική ομάδα της Αγίας Πετρούπολης «Συντεχνία των Ποιητών», λίκνοτου κινήματος του «ακμεϊσμού», του οποίου πρωτοστάτης και θεωρητικός ήταν ο Γκουμιλιόφ.

Ο Γκουμιλιόφ, εκτελέστηκε το 1921 ως «εχθρός του λαού» κατηγορούμενος για συμμετοχή σε συνωμοσία εναντίον του Λαού.

Ξαναπαντρεύτηκες τον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης Βλαντιμίρ Σιλέϊκο. Χώρισες και  αφού πήρες το διαζύγιό  από τον Σιλέϊκο, παντρεύτηκες για τρίτη φορά το 1923 τον Νικολάι Πούνιν, ιστορικό τέχνης, ο οποίος πέθανε στα γκουλάγκ το 1953.

Όσο για τον  γιο σου Λεβ, καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία.

6

 … κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού

Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.

Μια λέξη ξένη φαίνεται,

Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,

Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.

Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες

άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί

ένας πράσινος καπνός,

Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…

Μην είναι η θάλασσα;

Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα

Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών

Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…

Marche funebre …
Σοπέν…

«Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα» (μτφ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Άννα Αχμάτοβα λοιπόν, Στο γαμήλιο ταξίδι σας  στο Παρίσι, αν και νεόνυμφη, κάνεις  γνωριμία  με έναν νεαρό ζωγράφο.

Το όνομα  Αμεντέο Μοντιλιάνι, σου λέει κάτι;

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν νωρίς την Ηθική
-δήθεν με νίβουν μ’ ανομήματα αιώνων-
Κι εγώ, ιέρεια στης Λαγνείας τη σπονδή
Εκάτη, Αστάρτη, ηδονών μα και δαιμόνων
σε μιαν αντίληψη του κόσμου αρσενική.

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν καιρό την Ενοχή
-δεν έχουν οι αμαρτίες μιαν όψη μόνον.
Κι εγώ, στου Ανήθικου δοσμένη τη σπουδή,
με μίση και κατάρες τόσων χρόνων,
στα φαύλα και στα κρείττω η πηγή,

είμαι η Γυναίκα, που παλεύει την πληγή…

«Ανομήματα»  (2000, βιβλίο Αν-επίκαιρα Ποιήματα)

Θα μπορούσες να είχες φύγει από τη Ρωσία, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι καλλιτέχνες με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά δεν έφυγες…

«Υπάρχουν δύο εκδοχές, είτε όλοι έφυγαν, είτε όλοι έμειναν.

Εκδοχή πρώτη.. Όλοι έφυγαν. Δεν υπάρχει Ερμιτάζ, οι πίνακες του Ρέμπραντ αντικαθιστούν τα τραπεζομάντηλα και τα χαλάκια, γιατί δεν υπάρχει κανείς να εξηγήσει τι αντιπροσωπεύουν. Τα Χειμερινά Ανάκτορα ένας σωρός από στάχτες, εκεί μένουν οι άστεγοι. Απόλυτο χάος. Οι ξένοι δεν θα επέμβαιναν – θα περίμεναν, πιστεύοντας ότι βρέθηκαν μπροστά στη Νέα Αμερική, την οποία θα ανακαλύψουν και θα τεμαχίσουν.

Εκδοχή δεύτερη. Κανείς δεν έφυγε. Θα υπήρχε η κοινή γνώμη, που σήμερα δεν υπάρχει γιατί έμειναν λίγοι. Διαφορετικά, θα υποχρεούνταν να την υπολογίζουν. Όσοι έφυγαν, έσωσαν τη ζωή τους. Ίσως και την περιουσία τους, αλλά εγκλημάτησαν απέναντι στη Ρωσία… Αν δεν έφευγαν οι περισσότεροι καθηγητές, το επίπεδο εκπαίδευσης της νεολαίας θα ήταν υψηλότερο και οι νέοι θα μπορούσαν να διαδεχθούν τους παλιούς…».

«Ούτε κάτω από τους ξένους ουρανούς,
Ούτε κάτω από την προστασία των ξένων φτερών,
Ήμουν με τον λαό μου,
Όπου δυστυχώς ήταν ο λαός μου».

Το 1957 στον πρόλογό του Ρέκβιεμ, έγραψες:

«Στα φρικαλέα χρόνια του Εζόφ (1936-1938) πέρασα 17 μήνες στις ουρές των φυλακών στο Λένινγκραντ. Μια μέρα κάποιος με αναγνώρισε. Και τότε μια γυναίκα, που στεκόταν πίσω μου, με μπλε χείλη, η οποία μέχρι τότε δεν έχει ξανακούσει το ονομά μου, βγήκε από την χαρακτηριστική για όλους μας καταληψία, και με ρώτησε στ’ αφτί (όλοι μας μιλούσαμε ψιθυριστά εκεί): «Θα μπορούσατε να το περιγράψετε όλο αυτό;» Κι εγώ απάντησα: «Ναι, θα μπορούσα.». Και τότε ένα χαμόγελο γλίστρησε στη μάσκα, που κάποτε ήταν το προσωπό της»…

 Στην ίδια περίοδο αναφέρεται κι ένα άλλο μικρό εκτενές ποίημά σου «Τα Θρύψαλα»:

12«Στερημένη ύδωρ και γη,
χωρισμένη απ’ τον μοναχογιό μου,
στο ικρίωμα, στη σιγή,
στέκομαι όπως στην αίθουσα του θρόνου».

«Εφτά χιλιάδες χιλιόμετρα και τρία…
Που ν’ ακουστεί η φωνή
Στο σκοτάδι της αβάσταχτης δίνης
στου πολικού αγέρα βοή.
Αγρίεψες εκεί, στον Άδη,
Πρώτος μου, τελευταίος, μονάκριβος.
Και πάνω απ’ τον τάφο μου,
Στο Λενινγκράδι,
Αδιάφορη στέκει η Άνοιξη.
Να που σ’ έφτασε η φιλονικία,
Στου Ενισέι τις όχθες,
Για σας είναι κίνδυνος και αλητεία
Για μένα – μονάχα γιος μου».

Και κάποιοι με διέταξαν:
«Μίλα! Θυμήσου τα πάντα!»
Λέον Φιλίπε. Ανάκριση.
Σε πόσους μίλησες άραγε,
Και σε ποιον τα είπες, πικρή,
Ότι σαπίζει ο γιος σου στα κάτεργα,
Ότι η Μούσα σου είναι νεκρή;
Από όλους πιο ένοχη είμαι
Από επιζώντες και μη
Και στο τρελάδικο να κυλιέμαι
Για μενα μεγάλη τιμή.
Και σε γάντζο ζεστό, ματωμένο
Το τομάρι μου θα κρεμαστεί,
Για να βλέπουν οι άπιστοι ξένοι,
Και να γελούν οι αστοί.
Θα γράψουν οι εφημερίδες
Για το χάρισμα μου ανθοφόρο,
ότι σαν ποιήτρια ήμουν σπουδαία,
αλλά ήρθε η δέκατη τρίτη μου ώρα…»

Έγραφες  τα Θρύψαλα επί 20 ολόκληρα χρόνια από τη δεκαετία του ΄30 έως το 1958. Στον θρήνο σου χωράνε, εκτός από τον γιο σου και ο Όσιπ Μάντελσταμ, που χάθηκε στη Σιβηρία το 1938, και ο Νικολάι Πούνιν και τόσοι και τόσοι άλλοι. Θα μπορούσες να είχες σωπάσει όπως τόσοι και τόσοι ποιητές και συγγραφείς ή να συμμορφωθείς . Είτε να γίνεις αλκοολικιά, όπως οι περισσότεροι. Δεν σώπασες όμως, ούτε συμμορφώθηκες, αλλά ούτε και το έριξες στο πιοτό.

Θα μπορούσες ακόμα να είχες αυτοκτονήσει. Αλλά ούτε αυτό έκανες.

Προτίμησες και  πέρασες όλη την ζωή σου «στο ικρίωμα».

15

Στο στήθος ένα σφίξιμο

το βήμα χάνω, πάω βιαστική

από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα

το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.

Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.

Μα, είναι τρία, χρυσή μου.

Ήχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα

και το φθινόπωρο μου λέει «Πέθανε μαζί μου».

Η τύχη μου παντοτινά ασταθής

άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.

Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.

Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.

Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα

κεχριμπαρένια καίνε ακόμα τα κεριά

της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο

και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά.

«To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης»  (μτφ. Καίτη Δρόσου, από τον τόμο «Διάλεξα» του Αρη Αλεξάνδρου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στην πρώτη ποιητική συλλογή της Αχμάτοβα: «Η εσπέρα», 1912)

Ποιος να σ’ το ’λεγε τότε που οι φίλοι σου

φιλενάδα τους σ’ έλεγαν κι έτοιμο το ’χες το σκώμμα

κι αμαρτάνοντας πρόσφερες τ’ άλικα χείλη σου,

στη ζωή σου να πάθεις τι σου ’μελλε ακόμα.

Στη ουρά τριακοστή με το δέμα σου

να σταθείς στα Κρεστύ[i] και μπροστά να κοιτάς

και με δάκρυα καυτά, με το αίμα σου,

του χειμώνα τον πάγο να καις, να τρυπάς.

Στο προαύλιο μια λεύκα κουνάει τα κλαδιά λυπημένη

κι ούτε θρόισμα ακούγεται – κι όμως κει στα κελιά

πόσοι αθώοι πεθαίνουν και πάνε χαμένοι…

Από τη συλλογή «Ρέκβιεμ» (μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου)

Την είπαν μάγισσα, νεράϊδα. Ο Μοντιλιάνι ήταν σίγουρος, ότι η Αχμάτοβα ήταν προφήτισσα. Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα την προειδοποιούσε τρομαγμένη: «Δε φοβάστε να τα γράφετε; Δεν ξέρετε, ότι τα ποιήματα πραγματοποιούνται ;» Τα ποιήματα της Αχμάτοβα όντως πραγματοποιούνταν…

Ή Άννα Αχμάτοβα – γεννήθηκε τη νύχτα της 23ης Ιουνίου «στη θάλασσα κοντά». Τη νύχτα αυτή ο ρωσικός λαός την  θεωρεί μαγική – τη νύχτα της γέννησης του Ιωάννη Βαπτιστή, του Ρώσου Ιβαν Κουπάλα, όταν τα βότανα και νερό αποκτούν μαγική δύναμη.

Στις 23 Ιουνίου, γιορτάζει η εικόνα της Θεοτόκου του Βλαντιμίρ, η θαυματουργή εικόνα, από τις σημαντικότερες της Ρωσικής Ορθοδοξίας, η οποία στις 23 Ιουνίου του 1472 έκανε το θαύμα της και γλίτωσε τη Μόσχα από τον Τάταρο χάνο Αχμάτ και τη Ρωσία – από το ταταρικό ζυγό.  Η Αχμάτοβα, που αρεσκόταν να πιστεύει στη μακρινή της συγγένεια με τον θρυλικό Αχμάτ, έλεγε, ότι ρούφηξε όλη τη μαγεία εκείνης της νύχτας, τη λατρεία και του νερού και των βοτάνων και όλη την θέρμη του ήλιου. Αγαπούσε παράφορα τη θάλασσα και συναγωνιζόταν με τον πατέρα της στο κολύμπι. Την ίδια αγάπη για τη θάλασσα, το Νότο, τον ήλιο είχε και ο αδερφός της, ο Αντρέι Γκόρενκο, ο οποίος λάτρεψε την Ελλάδα, έζησε και πέθανε εδώ και αναπαύεται μαζί με τα δυο του παιδιά και τη γυναίκα του στο Πρώτο νεκροταφείο Αθηνών.

Η Αχμάτοβα γεννήθηκε διαφορετική.

13

«Ποτέ μου δεν είχα χρόνια παιδικά,
φακίδες, αρκουδάκια ή κουκλίτσες,
καλούς μπαρμπάδες, θείτσες αγαθές,
αγαπημένες φίλες στα παιχνίδια…
Από την αρχή φαινόμουν στον εαυτό μου
σαν ξένο όνειρο, σαν παραμιλητό
ή αντανάκλαση σ’ έναν καθρέφτη,
χωρίς αιτία, όνομα και σάρκα…»

 «Βόρειες Ελεγείες» το 1945

Η Αχμάτοβα άρχισε να γράφει ποιήματα στα 11 της χρόνια. «Απαρχής γνωριζα τα πάντα για την ποίηση», θα γράψει στη βιογραφία της το 1965, ένα χρόνο πριν το θάνατο της.

Δεν μπορείς να πεις, ότι η Αχμάτοβα έγραφε ποιήματα. Απλά άνοιγε το τετράδιο και σημείωνε τις στροφές, που συντάχθηκαν από πριν στο μυαλό της.

11

 

«Τώρα θα με ξεχάσουν,
Και τα βιβλία μου θα σαπίσουν στα ντουλάπια,
Και δε θα ονομάσουν με το όνομα της Αχμάτοβα
Μήτε οδό, μηήτε ποιητική ρίμα»

Στις 5 Φεβρουαρίου θα γράψει την τελευταία, την έκτη Βόρεια Ελεγεία:

«Τρεις εποχές έχουν οι αναμνήσεις.
Η πρώτη – σαν τη χτεσινή ημέρα.
Κάτω απ’ το θόλο της πετάει η ψυχή
Και στη σκιά της ευτυχεί το σώμα.
Υπάρχει γέλιο, δάκρυα κυλάνε
Και το μελάνι πάνω στο τραπέζι.
Και το φιλί σαν στην  καρδιά σφραγίδα –
μοναδικό, αξέχαστο, στερνό. Μα
δεν κρατά πολύ αυτή η εποχή.
Αντί για θόλο – ένα άδειο σπίτι
Σε κάποια απομακρυσμένη επαρχία,
όπου το καλοκαίρι είναι καυτό,
και το χειμώμα τσουχτερό το κρύο,
παντού – αράχνες, στις γωνιές – οι σκόνες,
τα γράμματα ερωτικά σαπίζουν,
κρυφά αλλάζουν θέση τα ποτράιτα,
ο κόσμος έρχεται σαν στη κηδεία
και ύστερα τα χέρια σαπουνίζει
σκουπίζοντας από τα κουρασμένα μάτια
τα δάκρυα, βαριαναστενάζει…
Μα το ρολόι τρέχει, κι η άνοιξη
Γυρίζει πάλι, ο ουρανός ροδίζει,
Αλλάζουν τα ονόματα της πόλης
Και φεύγουν οι μάρτυρες των γεγονότων.
Δεν έχεις πια κανένα να θυμάσαι,
Να κλαις και να οδύρεσαι μαζί.
Σιγά-σιγά μας φεύγουν οι σκιές, που
Δεν καλούμε πια,
Και η επιστροφή τους τώρα μας τρομάζει.
Και μια ωράια πρωία παρατηρούμε,
Ότι ξεχάσαμε που βρίσκεται το σπίτι,
Μας πνίγει η οργή,ο πόνος, η ντροπή
Τρέχουμε εκεί, μα όλα έχουν αλλάξει
(όπως στα όνειρα οι άνθρωποι)
Οι τοίχοι, τα πράγματα, κανένας δεν μας ξέρει
Είμαστε ξένοι μες στους ξένους.
Βρεθήκαμε αλλού!…Ω Θέε μου!
Μόλις περάσουν οι πρώτες πίκρες
Κατανοούμε, ότι δεν χωράει
Το παρελθόν στα πλαίσια της ζωής μας.
Μας είναι τόσο ξένο, όσο
Και στον γείτονα στην πολυκατοικία,
και ότι δε θα αναγνωρίζαμε εκείνους,
που έχουν πεθάνει, κι εκείνοι, που μας
αποχωρίστηκαν, ζουν άνετα
και χωρίς εμάς. Και όλα καλώς βαδίζουν»…

Η Αχμάτοβα γελιόταν, πιστεύοντας, ότι το παρελθόν δεν χωρούσε πια στα πλαίσια της ζωής της. Το παρελθόν επέστρεψε με τον πλέον οδυνηρό τρόπο. Ένα χρόνο μετά από την επίσκεψη του Μπέρλιν και την αναχώρησή του από τη Ρωσία,το 1946, δημοσιοποιήθηκε η Απόφαση του Οργανωτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος για τα περιοδικά «Ζβεζντά» («Αστέρι») και «Λένινγκραντ», στην οποία ασκούταν δριμύτερη κριτική της Άννα Αχμάτοβα και του σατυρικού πεζογράφου Μιχαήλ Ζόσσενκο. Από κείνη τη στιγμή και οι δυο τους ήταν καταδικασμένοι στη σιωπή και τη λήθη, διαγραμμένοι επιπλέον και από την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων. Η εξόντωση δεν ήταν μόνο ηθική, αλλά και κυριολεκτική: εκτός από τη σιωπή, η ποιήτρια και ο συγγραφέας ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο από πείνα.

18

Όσον αφορά την Αχμάτοβα η τιμωρία δεν περιορίστηκε μόνο στην απαγόρευση δημοσίευσης των ποιημάτων της. Τον Αύγουστο του 1949 συλλαμβάνεται ο Νικολάι Πούνιν, στο σπίτι του οποίου συνεχίζει να ζει, το Νοέμβριο – ο γιος της Λέφ Γκουμιλιόφ. Η Αχμάτοβα μπήκε σε ένα νέο κύκλο του Άδη του Δάντη. Ο Πούνιν θα πεθάνει στους πάγους της Σιβηρίας το 1953, ο γιος της θα επιστρέψει από το στρατόπεδο μόλις το 1956, μετά το 20ο Συνέδριο, όπου καταδικάστηκε η ειδωλολατρεία του Στάλιν…

Το Δεκέμβρη του 1949 η Αχμάτοβα αφιερώνει στον Στάλιν ένα κύκλο ποιημάτων, αλλά εκείνος δεν αποδέχεται τη θυσία της. Αυτά τα ποιήματα θα προσμετρηθούν από όλους εκείνους που λάτρεψαν το βιβλίο «Αντι -Αχματοβα».

«Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,
Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.
Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα»

(στίχοι από το «Ρέκβιεμ» σε μετάφραση του Γιάννη Αντιόχου)
 
Στις 5 Μαρτίου του 1966 η Αχμάτοβα πέθανε. Την ίδια μέρα, το 1953, πέθανε και ο Στάλιν. Σύμπτωση; Μπορεί, αλλά όλη η ζωή της Αχμάτοβα ήταν κεντημένη με συμπτώσεις.

Η κηδεία της αποτέλεσε συμπαντικό γεγονός.

Ο Λεφ Γκουμιλιόφ μάζεψε πέτρες μαζί με τους φοιτητές του και έχτισε στον τάφο της μητέρας του έναν τοίχο – σύμβολο εκείνου του  κόκκινου, κι αθώρητου ακόμα τοίχου».

Η Αχμάτοβα και νεκρή έμεινε πιστή στην υπόσχεση, που κάποτε έδωσε, «να περιγράψει όλα αυτά».

16

Κείμενο / Φωτό
More from Σπύρος Τσακίρης

ΠΑΡΝΗΘΑ ΖΩΣΑ

Μια τεράστια αγκαλιά είναι η Πάρνηθα, το βουνό της Αττικής. Που βρίσκεται...
Δείτε περισσότερα