ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ

0

Στεκόταν, ατάραχος στον πέρα βράχο στη παραλία του Λιχναφτιά και σιγοψιθύριζε έναν σκοπό αλλιώτικο, τον άκουγα…Εκείνη (η παραλία ), ευάλωτη στους αέρηδες, έσπρωχνε το κύμα να του βρέχει τα πόδια μέχρι τους αστραγάλους, μέχρι εκεί το άντεχε. Το σφύριγμα έγινε κλάμα, μπερδεύτηκε με τα παγωμένα νερά της θάλασσας, ανακατεύτηκε με τον αέρα και κρύφτηκε στα βότσαλα. Έμπορος δε θα γινόταν ποτέ. Είχε  «δοθεί» στο γύψο και τη πέτρα κι εκείνο το …αναίτιο γέλιο, η καταβύθιση στη σιωπή των ημερών, το παραμιλητό, σταματημό δεν είχαν, σαν χάσεις ότι αγαπάς…

1-img_2418

Από τον λαβύρινθο του μυαλού του, στο σκοτάδι των οικείων του. Εκείνος που είχε τόσο φως και που ήθελε να το μοιράσει στους θνητούς. Εκείνος, ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ο πιο κοντινός μας Προμηθέας . Μήτε Θεούς, μήτε ανθρώπους νάγαπήσεις σαν χάσεις ότι αγαπάς

Θα την αναστήσω!

Θα την αναστήσω!!

Εγώ θα την αναστήσω!!!

etos-halepa-1

Το μάρμαρο όμως είναι ζωντανό, ρουφάει.

Έξι χιλιάδες δραχμές ήταν η αμοιβή για την «Κοιμωμένη» του, ίσως το πιο διάσημο γλυπτό του. Τα χρήματα αυτά, την εποχή εκείνη, αντιστοιχούσε με το εισόδημα ενός χρόνου σε πρωτοκλασάτο υπάλληλο.

2-%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%af%ce%b1-%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%ac%ce%ba%ce%b7-%ce%b7-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bc%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%80

Η «Κοιμωμένη» κόσμησε τον τάφο της Σοφίας  Αφεντάκη στο Α’ νεκροταφείο.

Σκοτάδι στο σκοτάδι. Ίδιο το μέσα του με την ΄΄πίσσα΄΄ που έξω τα πάντα είχε καλύψει.

Άκου

Άκουσε

Άκουσέ τον, γελά πάλι.

Ψιθυρίζει, «δεν φταίει η Μαριγώ» και σέρνει τα βήματά του στις κροκάλες.

Ούτε το φευγιό στην Ιταλία βοήθησε, ούτε ο εγκλεισμός στην Κέρκυρα. Εκεί οι φύλακες του κατέστρεφαν κάθε σχέδιο κάθε κατασκευή, ότι προσπαθούσε να ξεκινήσει, το ίδιο έκανε και η μάνα στον νησί στα κατοπινά, μετά τον θάνατο του πατέρα. Πίστευε η δύσμοιρη, πως η τέχνη του ροκανίζει το μυαλό, δεν ήξερε, δεν μπορούσε να δει…

Μα και ο Γιαννούλης πια, δεν «φαινόταν», μια σκιά είχε γίνει που χανόταν στον αέρα, που στριμωχνόταν στα πιο απόκοσμα κομμάτια του «εντός του». Μια σκιά του εαυτού του, ο » τρελός» του χωριού.

210370g-xalepas

 

Εκείνος ποιος;

Εκείνος που σμίλεψε «Το παραμύθι της πεντάμορφης», την » Αριάδνη κοιμωμένη», την «Μήδεια», την » κεφαλή της Αθηνάς», εκείνος που λοξοδρόμησε από τις ευχές των γονιών του για την συνέχεια της τρανής δουλειάς που είχαν ανοίξει πατέρας και θειός και που απλωνόταν πέρα από το νησί. Στον Πειραιά, στο Βουκουρέστι, στην Σμύρνη. Εκείνος λοιπόν, που είχε κάνει θαύματα, τώρα έβοσκε γίδια. Είχαν μακρύνει τα μαλλιά του, φίδια ολόγυρα από τον λαιμό έδινε και έπαιρνε η ψυχή του. Πάλευε νύχτα μέρα. Μονάχος του. Κανείς δεν έπαιρνε χαμπάρι.

Στις 21-1-1915 ο Κωστής Παλαμάς θα γράψει στην εφημερίδα ΄΄Εμπρός΄΄: «Ο Χαλεπάς » απέμεινε ζωντανόνεκρος», βόσκοντας γίδια στον γενέθλιο τόπο του».

Την ίδια χρονιά θα » αρρωστήσουν » και ο Βαν Γκονγκ  και ο Νίτσε. Είχαν πάνω κάτω τα ίδια «κουσούρια», τους τραβούσε η τελειότητα, μα είχαν » στήσει» άλλον χορό.

«Άνοια» είπαν οι γιατροί της εποχής…

…η μεταλογική, θα τον συναντήσει μετά το 1916 που πεθαίνει και η μάνα του. Ελεύθερος πια, χωρίς τους φόβους του παρελθόντος, χωρίς «χρωστούμενα», ελαφρύς πια, σειρά τώρα έχουν,  «η μεγάλη αναπαυόμενη», «η μεγάλη ονειρευόμενη».

Η Ειρήνη, η ανιψιά, τον φέρνει στην Αθήνα, μόνιμα το 1930. Σεισμός!!!

Η επιστροφή στην Αθήνα, συνοδεύεται από τεράστια επιτυχία. Υπάρχει η αποδοχή, όλοι αναγνωρίζουν στο πρόσωπο και το έργο του την μεγάλη προσωπικότητα της τέχνης. Τον πηγαίνουν στο Α νεκροταφείο να ΔΕΙ την ΄΄κοιμωμένη ΄΄ του, όπως είχε ζητήσει. Στον χώρο επικρατούσε το αδιαχώρητο. Χρειάστηκε η επέμβαση της αστυνομίας για να μπει μια κάποια τάξη.

Μα πως αλλάζουν έτσι οι άνθρωποι;

Φοβούνται το διαφορετικό οι πολλοί, φοβούνται ότι δεν τους μοιάζει. Ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν. Ότι δεν μπορούν να κουλαντρίσουν. Και το μυαλό όταν έχει δρόμο, δεν τιθασεύεται.

Ένας καθρέφτης εμπρός μου και μια σκιά να προσπαθεί να δει τα συμβαίνοντα. Να μονολογεί.  Όχι, διάλογο κάνει…

Από την μία πλευρά ακούγονται τα λόγια μια καντάδας:

Πού είναι οι όρκοι;

Πού είναι η πίστη;

Πού είναι τα στεφάνια του γάμου;

Πού τα ρόδα και οι σμυρτιές;

Ξανά δώσμου την Αγάπη… τα φιλιά

Και από την άλλη, ο λόγος, κάτι σαν όρκος:

«άγιε αιθέρα, κι ω γοργές φτερωτές αύρες,
πηγές των ποταμών, των θαλασσίων κυμάτων

χαμογέλασμα αναρίθμητο, κι ολωνών μάνα,
ω Γή! και συ που όλα τα βλέπεις, Ήλιε,
δείτε μ’ εγώ θεός απ’ τους θεούς τι πάσχω!
Κοιτάξτε, τι άτιμα βάσανα
με ξεσκίζουν, που αιώνες αμέτρητους

θα υποφέρω τραβώντας τα.
Γιατί τέτοιο ο καινούργιος άρχοντας
των θεών για μένα σοφίστηκεν
ατιμότατο δεσμό!
Τωρινές συμφορές, τρισαλίμονο,
κι όσες άλλες, στενάζω, μου μέλλονται,

ποτέ που τάχα μια άκρη θενά ‘βρω;

Κι όμως τι λέγω; όλα εγώ από πριν τα ξέρω
ξάστερ’ οσά ‘ναι για να ΄ρθουν, ουδέ θα μ’ έβρει
καμιά συμφορά ανέλπιστη· κι έτσι της μοίρας
το γραφτό· πρέπει πιο ελαφρά να υποφέρω,

μια που γνωρίζω πως κανείς με της ανάγκης
δεν ημπορεί τη δύναμη να πολεμήσει.
Μα πάλι ούτε να κλείσω ούτε να μην κλείσω
το στόμα μου μπορώ, γιατί, για να προσφέρω
στους ανθρώπους τα δώρα μου, έμπλεξα σε τούτες
ο δύστυχος τις συμφορές, και το κλεμμένο

πλερώνω μες στο νάρθηκα της φωτιά σπέρμα
που κάθε τέχνης δάσκαλος για τους ανθρώπους
έχει φανεί κι η πιο μεγάλη τους κυβέρνια.
Τέτοιο ‘ν’ το κρίμα που πλερώνω καρφωμένος
κάτω απ’ τον ξέσκεπο ουρανό σ’ αυτό το βράχο»

Στις σκιές μέλει να χάνονται σαν έρθει το φως. Στα χέρια μου η τελευταία φωτογραφία του Γιαννούλη Χαλεπά. Καθισμένος σε μια σεζλόνγκ με πανί, φορώντας μακρυμάνικο λευκό πουκάμισο, λευκά μακριά μαλλιά, λευκά γένια. Τόσο φως στα μάτια του, τόσο καλοσύνη στο πρόσωπό του. Αυτός που αδικήθηκε από ανθρώπους, αυτός που τρόμαξε θεούς…

lasthttps://www.youtube.com/watch?v=0P5jV4lHHR0

Tags από το άρθρο
, ,
Κείμενο / Φωτό
More from Σπύρος Τσακίρης

ΓΑΛΑΞΙΔΙ ΑΛΕΥΡΟΜΟΥΝΤΖΟΥΡΩΜΑΤΑ

Την αμαρτία μου θα την πω, δεν οδηγούσα εγώ, αλλά στο Γαλαξίδι...
Δείτε περισσότερα