ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ

1-p81021-164031

Πάντα ήταν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. Κρατούσε μόλις λίγα εικοσιτετράωρα. Κι όταν αφηνόμουν και με παρέσυρε η μέθη του, έπρεπε να φύγω πάλι μακριά.

Σχέση παράνομη, κλεφτή, αλλά τόσο γλυκιά, γεμάτη αρώματα που λιγώνουν τις αισθήσεις.

Κι αυτή τη φορά, εκεί για λίγες ώρες. Τόσο γεμάτες όμως.

Κυριακή πρωί, Οκτώβρης προχωρημένος, συννεφιά. Η κίνηση έντονη όσο πλησιάζω στη Θεσσαλονίκη. Η κούραση φεύγει μόλις αντικρίζω το Θερμαικό.

Οι γνώριμες μυρωδιές της πόλης διάχυτες από την ώρα που φτάνω την παραλιακή. Αυτόματα το βλέμμα πέφτει στο Λευκό Πύργο. Καμιά πόλη στην Ελλάδα δεν μυρίζει αυτό το συνδυασμό αλμύρας και μπαχαρικών. Και καμιά άλλη πόλη στην Ελλάδα δεν έχει τέτοια νωχελική σχέση με το χρόνο.

Ξανά εδώ λοιπόν κι η βόλτα ξεκινά από το Κέντρο με τα χιλιάδες καφέ και φαγάδικα και τα παλιά νεοκλασικά, μέσα στην Αγορά Μοδιάνο, στην Πλατεία Αριστοτέλους, το πιο διάσημο ραντεβού της πόλης, ατο παλιό λιμάνι, στα υπερτουριστικά Λαδάδικα, στη γειτονιά της Αγίας Σοφίας, στο Μπιτ Παζάρ, μια στοά κρυμμένη που αγαπούν πολύ οι ντόπιοι, στην Εγνατία, στη Ροτοντα και την Αψίδα του Βαλέριου, Καμάρα τη λενε οι περισσότεροι, και ο κύκλος κλείνει γύρω γύρω από τη ρωμαική αγορά.

Ακόμη και τα δεκάδες εργοτάξια του Μετρό, αστικός μύθος πια το υπό κατασκευή μετρό της Θεσσαλονίκης, δεν θολώνουν την εικόνα που είχα πάντα γι αυτή τη πόλη. Οι αισθήσεις μου χορτασμένες από τις «γεύσεις» της .

πόσοι και πόσοι αγάπησαν / και χάθηκαν σ’ αυτή την πόλη / κι άφησαν ένα φως παράξενο / σαν απ’ τα μάτια τους θαμπό / σε ρημαγμένες πέτρες παιδιά της προσφυγιάς στα καλντερίμια της / με τον απέραντο καημό της μνήμης / στους λόφους και τις φτωχογειτονιές / γύρω απ’ τον κόλπο λάμπουν εκστατικά τα ερείπια από τότε / ένα παράξενο ψηφιδωτό της ιστορίας / κάστρα και μαυρισμένα ξύλα / αόρατα τζαμιά, συναγωγές, / αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα, / τάφοι και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα / φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά / απ’ την αρχή του χρόνου/εδώ το σούρουπο ανατέλλουν οι ψυχές / κόκκινος ήλιος, σύννεφα / που παιχνιδίζουν με τον άνεμο στον ουρανό / στο άπειρο που ονειρεύονται και ταξιδεύουν.

Τόλης Νικηφόρου

Ο δρόμος γίνεται ανηφορικός. Διασχιζω την Αγίου Δημητρίου και συνεχίζω. Ανω Πόλη, Κάστρα, η θέα ομορφη, η πόλη στο πιάτο, ο Θερμαικός γαλήνιος. Φτάνω στο Επταπύργιο, γνωστό περισσότερο ως Γεντί Κουλέ.

Η ώρα προχωρημένη. Δεν θέλω να τελειώσει η μέρα. Πρέπει να αρχίσω τη κατάβαση.

Καταλήγω στο Βυζαντινό Λουτρό. Θυμίζει εκκλησία αλλά είναι το μοναδικό βυζαντινό λουτρό που σώζεται από τον 12ο μ.χ αιώνα  στον ελλαδικό χώρο. Το λουτρό αποτελείται από επιτοίχιους αεραγωγούς για την σωστή ρύθμιση της θερμοκρασίας του αέρα, καθώς και μια δεξαμενή.

Το σκοτάδι απλώνεται γλυκά κι η πόλη μεταμορφώνεται.  Βράδυ Κυριακής και δεν πέφτει καρφίτσα τα μπαρ και τα μεζεδοπωλεία της πόλης. Η Θεσσαλονίκη, πώς να το κανουμε είναι ένα σταυροδρόμι λαών και γεύσεων από την Ανατολή και τη Δύση. Σε μεθάει ακόμη και νηφάλιο.

Η ώρα πέρασε και πρέπει πάλι να πω γεια… Θα ξαναγυρίσω, το ξέρω, πώς αλλιώς;

Δίνω υπόσχεση τιμής και παίρνω μαζί μου μια φράση από ένα γκράφιτι σε δρόμο της Άνω Πόλης…

Κείμενο / Φωτό
More from Ντορίτα Λουκίσσα

ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΜΟΥ

Πάντα μου άρεσε να βλέπω το λιμάνι από ψηλά. Άλλη εικόνα την...
Δείτε περισσότερα